7 χρόνια συμπληρώνονται σήμερα από τον θάνατο του Τρικαλινού Κώστα Βίρβου, από τους σημαντικότερους στιχουργούς του λαϊκού μας τραγουδιού. Πολλοί τον έχουν χαρακτηρίσει λαϊκό ποιητή για το υψηλό επίπεδο των στίχων του.

Ο Κώστας Βίρβος γεννήθηκε στις 29 Μαρτίου 1926 στα Τρίκαλα Θεσσαλίας, από πλούσια οικογένειας της πόλης. Τελειώνοντας το γυμνάσιο το 1943 κατεβαίνει στην Αθήνα και φοιτά στην Πάντειο. Την ίδια χρονιά οργανώνεται στην Εθνική Αντίσταση, μέσα από τις τάξεις του ΕΑΜ. Το Μάρτιο του 1944 συλλαμβάνεται να γράφει συνθήματα στους τοίχους και μεταφέρεται στην Ειδική Ασφάλεια, όπου βασανίζεται. Μετά από τρεις μήνες αποφυλακίζεται και αναβαίνει στο βουνό.

Από πολύ νωρίς ασχολήθηκε ως στιχουργός με το λαϊκό τραγούδι, χώρο στον οποίο διακρίθηκε από τη δεκαετία του ‘50. Η αγάπη, η χαρά, η ελπίδα, η ζωή, τα βάσανα, οι καημοί, αποτυπώνονται στα πάνω από 2.000 τραγούδια που μας άφησε ως παρακαταθήκη, πολλά από τα οποία έχουν χαρακτηριστεί κλασικά.

Συνεργάστηκε με τους περισσότερους από τους κορυφαίους συνθέτες και ερμηνευτές του ελληνικού τραγουδιού, όπως ο Μίκης Θεοδωράκης, ο Βασίλης Τσιτσάνης, ο Χρήστος Λεοντής, ο Μίμης Πλέσσας, ο Γιάννης Μαρκόπουλος, ο Απόστολος Καλδάρας, ο Γρηγόρης Μπιθικώτσης, ο Στέλιος Καζαντζίδης, ο Γιώργος Νταλάρας και ο Τόλης Βοσκόπουλος.

Το πρώτο του τραγούδι που κυκλοφόρησε με το όνομά του ήταν το «Να το βρεις από άλλη» (1948), σε μουσική Απόστολου Καλδάρα, με ερμηνευτές τη Σούλα Καλφοπούλου και τον Μάρκο Βαμβακάρη. Από τότε ακολούθησαν μεγάλες στιγμές: «Το καράβι», «Το κουρασμένο βήμα σου», «Μια παλιά ιστορία», «Της γερακίνας γιος», «Σου ‘χω έτοιμη συγγνώμη», «Ρίξε μια ζαριά καλή», «Ένα όμορφο αμάξι με δυο άλογα», «Λίγα ψίχουλα», «Ζαΐρα», «Θα κάνω ντου βρε πονηρή», «Δε θέλω να μου δέσετε τα μάτια», «Κοιμίσου αγγελούδι μου», «Γεννήθηκα για να πονώ», «Ο κυρ-Θάνος», «Στου Μπελαμή το ουζερί», «Στις φάμπρικες της Γερμανίας», «Νυχτερίδες και αράχνες», «Ένα πιάτο άδειο στο τραπέζι», «Γιατί πονάς και βασανίζεσαι», «Εγώ ποτέ δεν αγαπώ», «Λυπάμαι», «Σε ικετεύω», «Ψύλλοι στ’ αυτιά μου» κ.ά.

Έγραψε, επίσης, ολοκληρωμένους κύκλους τραγουδιών: «Καταχνιά» σε μουσική Χρήστου Λεοντή, «Θεσσαλικός κύκλος» σε μουσική Γιάννη Μαρκόπουλου, «Θάλασσα, πικροθάλασσα» σε μουσική Μίμη Πλέσσα, «Α-Ω» σε μουσική Γρηγόρη Μπιθικώτση κ.ά.

Εξέδωσε τρία βιβλία:

«Μια ζωή τραγούδια – Αυτοβιογραφία» (1985)

«Λαϊκή στιχουργική ανθολογία» (1989)

«Πράσινα βουνά και χρυσαφένιοι κάμποι. Παραδοσιακά, λαογραφικά, σατιρικά τραγούδια - γεγονότα» (1998)

Ο Κώστας Βίρβος πέθανε στις 6 Αυγούστου 2015 στο Παλαιό Φάληρο, σε ηλικία 89 ετών. Τον τελευταίο χρόνο ταλαιπωρούταν από προβλήματα υγείας και βαρύτατο εγκεφαλικό.

Κώστας Βίρβος: Εκανε τραγούδι τις πληγές και τα όνειρα

Το πέρασμα του Κώστα Βίρβου από το ελληνικό τραγούδι «ήταν μια ευλογία» πίστευε ο Μάνος Ελευθερίου. Ενώ ένας άλλος ομότεχνός του, ο Λευτέρης Παπαδόπουλος, είχε υπογραμμίσει ότι «ο Βίρβος πήρε το λαϊκό τραγούδι από το μισοσκόταδο των υπογείων και το περιθώριο, και με τα φτερά της μουσικής του Τσιτσάνη και του Καλδάρα, το άπλωσε σε πολιτείες και σε χωριά (…) κάνοντάς το τραγούδι ολόκληρου του ελληνικού λαού».

Στιχουργός 2.500 τραγουδιών έγραψε για τις πληγές, τα όνειρα, τις δοκιμασίες των Ελλήνων. Παιδί του Μεσοπολέμου, εμψύχωσε και παρηγόρησε με τους στίχους του τη μεταπολεμική Ελλάδα, έγραψε για τη μετανάστευση, την αδικία, τους κυνηγημένους, με σταθμούς στην πολύχρονη καριέρα του, το έργο «Καταχνιά» σε μουσική Χρήστου Λεοντή και τον «Θεσσαλικό κύκλο» σε μουσική Γιάννη Μαρκόπουλου. Τίμησε, όσο λίγοι, την παράδοση. Αλλωστε, εκτός από τα ρεμπέτικα, λάτρευε και τα πολυφωνικά της Ηπείρου.

Μια πρώτη καταγραφή της πορείας του Βίρβου έγινε το 1985 με το «Μια ζωή τραγούδια» (εκδ. Ντέφι). Πρόσφατα, από τις εκδόσεις Παπαζήση, κυκλοφόρησε ένα βιβλίο 730 σελίδων με τίτλο «Εγώ δεν ζω γονατιστός» που υπογράφει η κόρη του Μαρία Βίρβου, καθηγήτρια του τμήματος Πληροφορικής του Πανεπιστημίου Πειραιώς, περιλαμβάνοντας γνωστά και άγνωστα περιστατικά, ανέκδοτα ντοκουμέντα, χειρόγραφα, φωτογραφικό υλικό, οικογενειακές στιγμές.

«Δεν έζησε ποτέ γονατιστός», περιγράφει η μικρή του κόρη Μαρία Βίρβου, ξετυλίγοντας το νήμα από την αρχή. Από τον Μάρτιο του 1926 στα Τρίκαλα, όταν το ζεύγος Γιώργου και Τασίας Βίρβου γιόρτασαν την άφιξη του πρώτου τους παιδιού στην πέτρινη νεοκλασική διπλοκατοικία τους. Πλούσια οικογένεια, ο Κώστας Βίρβος μεγάλωσε στις κοινωνικές και μουσικές αντιθέσεις των Τρικάλων, και η μουσική όπως και η τέχνη, μπήκαν νωρίς στη ζωή του.

Ονειρευόταν να γίνει σκηνοθέτης, και αργότερα έγινε τακτικός θεατής των αθηναϊκών θεάτρων με τη σύζυγό του Καίτη. Ατίθασος και απείθαρχος καθώς ήταν, ο πατέρας του τον έστειλε στην Κοργιαλένειο Σχολή Σπετσών. Ο πόλεμος του 1940 έκλεισε τη σχολή και όταν ξανάνοιξε, συνέχισε τις σπουδές του στο Γυμνάσιο Τρικάλων. Εκεί γνώρισε τον Απόστολο Καλδάρα ή Τόλιο όπως τον φώναζαν. Δικό του ήταν και το πρώτο τραγούδι που γραμμοφώνησε.

Η Εθνική Αντίσταση

Το 1943 ήρθε στην Αθήνα για να σπουδάσει στο Πάντειο και, μαχητικός καθώς ήταν, γρήγορα πέρασε στις γραμμές της Εθνικής Αντίστασης. Από τις πιο δυνατές εμπειρίες που έκανε τραγούδι, ήταν όταν συνελήφθη 18 ετών να γράφει αντιστασιακά συνθήματα. Τον χτύπησαν, τον βασάνισαν, κρεμασμένο ανάποδα, κάνοντάς του φάλαγγα. Τότε, μπήκε ο σπόρος για το «Μα εγώ δεν ζω γονατιστός» που έντυσε μουσικά, πολλά χρόνια αργότερα, ο Βασίλης Τσιτσάνης. Οσο για τον πατέρα του, πλήρωσε 800 χρυσές λίρες για να απελευθερώσει τον γιο του.

Στρατιώτης στο Καϊμακτσαλάν, έστελνε στίχους όπως το «Γιατί πονάς και βασανίζεται», μέσω ασυρμάτου, στον φίλο του Απ. Καλδάρα που υπηρετούσε στο Σιδηρόκαστρο. Ποτέ δεν έβαλε σε δεύτερη θέση το τραγούδι, ακόμη κι όταν ξεκίνησε το 1954 να εργάζεται στο υπουργείο Οικονομικών που ήταν η κύρια δουλειά του. Από κοντά και ο αγώνας να αναγράφεται το όνομα των στιχουργών. Οταν ο φίλος του Μπάμπης Μπακάλης με τον οποίο έκαναν επιτυχίες, του το αρνήθηκε, ο Βίρβος πήγε στη θρυλική «Τριάνα» να γνωρίσει τον Τσιτσάνη, δίνοντας δύο τραγούδια. Λίγο μετά, ο συνθέτης του ζήτησε «ένα εξωτικό» για να το τραγουδήσει η Νίνου. Ετσι ο Βίρβος επινόησε τη «Ζαΐρα». Μια ημέρα είπε στον συνθέτη ότι το «θα ’ρθω να σε κλέψω κάποια βραδιά απ’ την αγκαλιά του μαχαραγιά» δεν ήταν σωστό, γιατί μαχαραγιάδες είχαν στην Ασία, ενώ αυτός αναφερόταν στην Αφρική. Ομως «ο “βλάχος” που αναγέννησε το ρεμπέτικο του απάντησε: “Τι Αφρική, τι Ασία, κοντά είναι”».

Οι συνεργασίες διαδέχονταν η μία την άλλη, οι επιτυχίες επίσης, δεν πήγαινε ποτέ διακοπές, κοιμόταν ελάχιστα, για να είναι συνεπής –παρά τα ξενύχτια–, στην πρωινή του εργασία. Οταν ο 23χρονος Χρ. Λεοντής ολοκλήρωσε μουσικά την «Καταχνιά», ο Βίρβος πρότεινε για ερμηνευτές το δίδυμο Καζαντζίδη -Μαρινέλλα. Αλλά «ο Καζαντζίδης δεν ήταν πρόθυμος να την αφήσει να έχει δικές της σόλο ερμηνείες…». Τότε, ο στιχουργός επιστράτευσε το χιούμορ: «Μα καλά Στέλιο. Θες να τραγουδήσεις εσύ το “Γιατί να γίνω μάνα;”».

Η Υπηρεσία Κρατικών Λαχείων του υπουργείου Οικονομικών, στην οποία μετατέθηκε, ήταν πηγή έμπνευσης, αφού στο ισόγειο της οδού Αριστείδου και Σοφοκλέους έτρεχαν για την απαραίτητη άδεια οι υποψήφιοι Ελληνες μετανάστες που επρόκειτο να φύγουν στη Γερμανία. Ετσι έγραψε το 1964 το «Διαβατήριο». Με τον Θ. Δερβενιώτη έγραψαν και το «Ψύλλοι στ’ αυτιά μου μπήκαν» το 1969, όταν ο Μάτσας του πρότεινε να δώσει τραγούδια στον Τόλη Βοσκόπουλο. Μετά τη συνάντηση, περπατώντας στην Αθήνα, το βλέμμα του στάθηκε στη μαρκίζα ενός θεάτρου. Ο τίτλος της φαρσοκωμωδίας του Ζορζ Φεϊντό, έδωσε τίτλο στο δικό του τραγούδι.

Το σχισμένο σουξέ

«Θεόδωρε γράψε ένα τραγούδι», τηλεφώνησε ένα μεσημέρι στον Δερβενιώτη. Εκείνος πήρε μπροστά του τη χαρτοπετσέτα από τον καφέ που έπινε και έγραψε, όπως του είπε, τρεις φορές το «σε ικετεύω». Δίπλα, ξεκίνησε να σημειώνει τη μουσική αλλά δεν την ολοκλήρωσε, καθώς έπρεπε να φύγει. Επιστρέφοντας από τη δουλειά της, η σύζυγός του, διάβασε το σημείωμα στη χαρτοπετσέτα και αφού την έσκισε, την πέταξε θεωρώντας ότι ο άνδρας της έμπλεξε με θαυμάστρια. «Μα εκεί, είναι το νέο τραγούδι» τής φώναξε όταν επέστρεψε ο συνθέτης, και άρχισαν μαζί, να ανασύρουν από τα σκουπίδια, το σχισμένο σουξέ. Οσο για το αυτοβιογραφικό «Της γερακίνας γιος», που το 1975 συμπεριέλαβε ο Τσιτσάνης στον δίσκο «Σκοπευτήριο», όταν του πρότεινε να το πει η Βίκυ Μοσχολιού, εκείνος απάντησε: «Τι λες Κώστα; Αυτό το τραγούδι είναι η ψυχή μου. Θα αφήσω την ψυχή μου να την πει άλλος; Εγώ θα το πω». 

sansimera.gr - kathimerini.gr