Το θερινό σινεμά είναι κυρίαρχο συστατικό του καλοκαιριού, είναι ένα ζωντανό κομμάτι της ύπαρξής του. Είναι όπως το ζαχαρωμένο καρπούζι και οι μεστοί γερμάδες του Ιουλίου, το μελτέμι της θάλασσας και το μεγάλο αυγουστιάτικο φεγγάρι, που δεν γίνεται ποτέ να λείπουν από το ραντεβού του καλοκαιριού με τον κύκλο της φύσης κάθε χρόνο.  

Η αυθόρμητη φράση που ενέχει πάντα μια γλυκύτητα κι έναν ρομαντισμό «πάμε ένα σινεμαδάκι απόψε το βράδυ;», δεν προκύπτει αποκλειστικά από την ανάγκη του μυαλού για σοβαρή σκέψη και προβληματισμό. Περισσότερο από το αντίθετο προκύπτει. Από την μεγάλη του ανάγκη για ξεκούραση και χαλάρωση παρέα με την άπλετη αίσθηση της ελευθερίας. Κι όπως χαζεύει τους πρωταγωνιστές στην οθόνη ταυτοχρόνως να χαζεύει και το φεγγάρι, να ακούει κάποιον γκιώνη που κάτι φωνάζει από μακριά, να αγγίζει έναν καταπράσινο βασιλικό που μοσχοβολάει.

Το γλυκό και καλοκαιρινό σινεμαδάκι προκύπτει από την βαθιά ανάγκη της ψυχής να νιώσει τα ακριβά και να γεμίσει με τα πολύτιμα συναισθήματα, όταν με το κλικ της μηχανής το άσπρο μεγάλο πανί ζωντανεύει και μαγεύει το τοπίο, ξυπνώντας όλες τις αισθήσεις. 

Για όλους εμάς που μεγαλώσαμε τώρα πια, προλαβαίνοντας έστω και στο τέλος της την έννοια του θερινού σινεμά, το γιασεμί και το αγιόκλημα δεν αποτελούν απλώς τις μελωδικές λέξεις του γνωστού τραγουδιού του Κηλαϊδόνη, αλλά τις ευωδιές εκείνες που πυροδοτούν τις γλυκές αναμνήσεις των παιδικών μας χρόνων. 

Το θερινό σινεμά της γειτονιάς, που έκλεισε τις μηχανές του με την έλευση της δεκαετίας του 1980. Αφημένο στην τύχη του και απροστάτευτο κάθε χειμώνα να δέχεται αδιαμαρτύρητα την βροχή, το χιόνι, τον κρύο αέρα. Πολλές φορές στις προθήκες του με το τζάμι έμεναν οι αφίσες της τελευταίας ταινίας της σεζόν. Άλλες είχαν πέσει εντελώς κάτω και άλλες ξεκολλημένες λίγο πριν την πτώση τους κοίταζαν τον κόσμο λοξά. 

Και ξαφνικά, λίγο πριν τελειώσουν τα σχολεία να ζωντανεύει. Οι ελαιοχρωματιστές με τις μπατανόβουρτσες στα χέρια να ασπρίζουν τους μαντρότοιχους και κάποιοι εργάτες στο εσωτερικό του να αλλάζουν το φθαρμένο πλαστικό κορδόνι σε εκείνες τις αλησμόνητες μεταλλικές καρέκλες. Για την εσωτερική του διακόσμηση υπήρχαν εκείνοι οι θρυλικοί τσίγκινοι τενεκέδες, από φέτα συνήθως, αλλά ως είθισται βαμμένοι με κάποιο χρώμα και γεμάτοι με πολύχρωμους κατηφέδες. 

Και τότε, μαζί με το ενδεικτικό του δημοτικού σήμανε καλοκαίρι.

Ο κινηματογράφος, όπως γνωρίζουμε από την ιστορία του, εδώ και πάρα πολλά χρόνια έχει αφήσει πίσω του εκείνες τις μεγάλες και χρυσές εποχές που ευτύχησε να ζήσει, με τις φάρσες του Χατζηχρήστου και τα δράματα του Ξανθόπουλου και της Βούρτση. Οι κινηματογραφικές αίθουσες είναι λίγες τώρα πια και με εξαίρεση κάποιες μικρές εισπρακτικές αναλαμπές δίνουν τον δικό τους αγώνα για την επιβίωσή τους, καθώς η τεχνολογία και η σύγχρονη εποχή μας προσφέρουν το θέαμα και με άλλους τρόπους. 

Σε πείσμα των καιρών, όμως, τα θερινά σινεμά συνεχίζουν να υπάρχουν κι ας βλέπουμε σε αυτά ταινίες του χειμώνα που πέρασε ή ακόμη και πιο παλιές. Μένουν ζωντανά καθώς περισσότερο από τις ωραίες ταινίες που προσφέρουν, συνεχίζουν με τον ίδιο τρόπο, όπως παλιά, να προσφέρουν στους ανθρώπους στιγμές μοναδικές, στιγμές που αξίζουν, στιγμές που δεν μπορεί κανείς μας να τις συναντήσει πουθενά αλλού. 

Ο κινηματογράφος είναι μια μαγεία. Κι όταν έχεις ταβάνι τα αστέρια γίνεται κάτι πολύ περισσότερο. Δεν θα ήταν καθόλου περίεργο το θερινό σινεμά να είχε ένα όνομα μόνο, όπου κι αν βρισκόταν.

Σινεμά ο Παράδεισος.  

Μαρία Στίμου

trikalaenimerosi.gr